πέρ~ἃσμα

¬|νέμεσις, ευ-χαριστώ …  που με φιλο-ξένησες όσο ήμουν “περαστική” …|¬

… …

… Νιώθω, όμως, ένα … “βουητό” … … … !!! …

… που δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω …

… νιώθω μια στενα-χώρια, που δεν μ’ αφήνει να … απλωθώ …

Και αντί ν’ απλώνομαι …

… καταν-αλώνομαι …

και νιώθω πως χάνομαι …

… πως, πέφτω, μες ένα “κενό” …

και μένει αυτό το “βουητό” από την “πτώση”

… μες το μυαλό μου …

… … … ΚΑΤΑ-Ν-ΑΛΩΣΗ … … …

Αυτή η “λέξη” μου ταιριάζει

Νιώθω ένα .. “πέρασμα”

που τελειωμό δεν έχει

Σαν τον απέραντο πόνο μιας δύσκολης γέννας

από τον εαυτό

στον ε(υ)-αυτό

και όλο τα μάτια μου να ιδρώνουν

και να μην έχει σταματημό

… το “βουητό” …

… το βουητό …

δεν το αντ-έχω

θέλω να έχω …

και με κατα-ν-αλώνει

με συν-θλίβει

που δεν είναι

ο “πόνος”, … ο γλυκός

εκείνος που εκ-στασι-ά-ζει

που υψώνει

που … “υμνεί”

(… στο “επανιδείν” … !!! … … …)

… …

^ 2007, Νοεμβρίου 30ῆ